Κλεφτοκοτάς



Αν είχα κότες, θα μου τις είχε ξαφρίσει, ασυζητητί.

Ανεβαίνει στον πάγκο της κουζίνας σε ανύποπτο χρόνο και κλέβει ό,τι βρει να τρώγεται: μια σακούλα που περιέχει ψωμί, ένα ξεφλουδισμένο αυγό, μπιζέλια, ψητά λαχανικά στο γουόκ, ρύζι με μανιτάρια...
Ευτυχώς είμαι vegetarian και δεν παίζει κρέας στο σπίτι. Διότι, θα καταλήγαμε με βεβαιότητα σε αγώνα σούμο. Ο Mio, όταν αρπάζει κάτι με το στόμα του και είναι ζαβολιά και το ξέρει, παίρνει τη φάτσα του διαβόλου: τίγρης τα μάτια, αεροδυναμικό κρανίο, πίσω τα αυτιά, spooky χαμόγελο. Κι εξαφανίζεται σαν σφεντόνα. Κι αφήνει και μια ιαχή φεύγοντας, ο ήχος του θριάμβου «τα κατάφερα, χεχε!». Αν καταφέρω να τον πιάσω, στέκεται ακίνητος, με την ίδια φάτσα του διαβόλου και τα σαγόνια του κλειστά. Κι άντε να του το πάρεις από το στόμα.

Παρ'όλα αυτά, είναι το καλύτερο και πιο υπάκουο γατί στον κόσμο. Εκτός αν υπάρχει στη μέση κοτόπουλο. Ή κανένα αυγό. Ή ψάρι. Ή ψωμί. Ή μακαρόνια. Ή κονσέρβα. Ή κροκέτα. Ή γιαούρτι. Ή κάστανα. Ή ελιές (...)



Κάποτε είχα έναν εκτυπωτή / Νυχτερινή οδύσσεια

Κάποτε είχα έναν εκτυπωτή. HP, Α4, laser. Με ολοκαίνουριο γεμάτο toner.

Ήταν βράδυ καθημερινής. Ο εκτυπωτής καθόταν ήσυχος επάνω στη βιβλιοθήκη, απέναντι από τον καναπέ, στο σαλόνι. Τα γατιά μου, από την άλλη, δεν καθόντουσαν στον κώλο τους. Εγώ, φυσικά, κοιμόμουν (κούνια που με κούναγε).

03:05. ΜΠΑΑΑΑΑΜΜΜΜΜΜΜΜΜΜΜΜ!!!!!
Πετάγομαι πάνω με κομμένη την ανάσα: «Κάτι έσπασε!!!». Σε κλάσματα δευτερολέπτου, εκείνη την απειροελάχιστη διάρκεια που πραγματικά αποδεικνύει ότι ο οριζόντιος «ανθρώπινος» χρόνος είναι πράγματι ψευδαίσθηση, «τρέχω» στο μυαλό μου τη λίστα όλων των πιθανών αντικειμένων στο σαλόνι που μπορεί να κάνουν αυτόν τον κρότο σπάζοντας. Ήμουν βέβαιη ότι ήταν γυαλί. Εικόνες διαμελισμένων γατιών γεννήθηκαν στιγμιαία στο φρικαρισμένο μυαλό μου: έπεσε κάτι γυάλινο και τους κομμάτιασε. Αλλά δεν έχω κάτι τόσο μεγάλο και γυάλινο, για να προκαλέσει τέτοιο κρότο η πτώση του. Άρα; Πανικός. Και, φυσικά, όταν έχεις σκανδαλιάρες γάτες, δεν σκέφτεσαι ότι ένας ξαφνικός θόρυβος μέσα στη νύχτα θα μπορούσε να είναι κλέφτης - θα μπορούσε να είναι μόνο η γάτα.

Τώρα που το αναπολώ, όλη η διαδικασία των παραπάνω σκέψεων μοιάζει να κράτησε λεπτά ολόκληρα. Όμως, σίγουρα δεν ήταν, γιατί σε χρόνο dt ήμουν ήδη στο σαλόνι...

Κοιτάζω αριστερά δεξιά έντρομη. Πουθενά πτώματα :)
Κοιτάζω κάτω. Ο εκτυπωτής θρίψαλα. Όμως, ακόμα καλύτερα, έχει σκάσει το toner στο πάτωμα. Η ώρα είναι 03:05 και το σαλόνι έχει γεμίσει λεπτή μαύρη πούδρα... Ήδη φαντάζομαι τις πατουσίτσες τους να πατάνε πάνω στη σκόνη του γραφίτη κι έπειτα να περπατάνε αργά κι αμέριμνα κατά μήκος του άσπρου ριχταριού του καναπέ, έπειτα στον πάγκο της κουζίνας, τέλος στα παπλώματα του κρεβατιού μου. Εγκεφαλικά, δυο-τρία απανωτά.

Ψάχνω τα γατιά.
Βρίσκω τον Uno επάνω στη βιβλιοθήκη, εγκλωβισμένο κάτω από τον πίνακα που βρισκόταν εκεί, πίσω από τον εκτυπωτή, στηριγμένος «μοντέρνα» στον τοίχο - ναι, δεν ήθελα να τον κρεμάσω, τον έχω εκεί, ανέμελα ακουμπισμένο (μη χέσω). Σημείωση: ο πίνακας είναι σκούρος, ζωγραφισμένος από εμένα (ένας από τους αγαπημένους μου) και, καθώς είχα και έναν δίσκο με κεριά ακριβώς μπροστά του, πέφτοντας τα έγδαρε και, φυσικά, γέμισε λευκές κέρινες γρατζουνιές. Ώρες-ώρες, θαρρώ δεν έχω μυαλό.
Αρπάζω τον Uno. Αφενός για να τον απεγκλωβίσω από εκεί. Κι αφετέρου για να τον πνίξω. Το μάτι μου έχει γυρίσει. Κυριολεκτικά -το λέω και ντρέπομαι- ήμουν οριακά να τον στραγγαλίσω. Γρυλίζω, στριγγλίζω, βγάζω περίεργους ήχους, βγάζω αφρούς, και η καρδιά μου ακόμα χτυπάει σαν τρελή από την τρομάρα. Ας μην ξεχνάμε, ήταν 03:05 κι εγώ κοιμόμουν...
Τον πετάω στον καναπέ πριν του κάνω κακό. Ψάχνω τον άλλον. «Mio! Πού είσαι κάθαρμα; Mio! Mio!». Η άκρη μιας πορτοκαλί ουράς ξεχωρίζει κάτω από τον καναπέ. «Βγες έξω! Βγες έξω τώρα!» Την πάπια ο Mio. Βάζω το χέρι, τον αρπάζω από το πόδι, τον τραβάω έξω. Νιώθω σαν επίδοξος δολοφόνος εκ προμελέτης. Του δίνω δύο στον πισινό. Δεν άντεξα.

Μαζεύω τα κομμάτια του πρώην εκτυπωτή, καθαρίζω το σκορπισμένο toner. Έχει πάει πια 03:30. Τα νεύρα μου είναι πάνω απ' το κεφάλι κι είμαι ακόμα τρομαγμένη. Όλο αυτό μού μοιάζει κακό όνειρο, γιατί νομίζω ακόμη λαγοκοιμάμαι.
Δεν τους απευθύνω άλλο το λόγο, φοβάμαι μη μου βγει καμιά κατάρα. Ξαναπάω στο κρεβάτι, μπαίνω στα σκεπάσματα, κουκουλώνομαι ως πάνω. «Δε σας μιλάω!» Και με ξαναπαίρνει ο ύπνος.

04:15. Μουσική. Ξαφνικά, δυνατή μουσική.
Ασυναίσθητα, το σώμα μου ακολουθεί απαλά το ρυθμό, καθώς ψιλοξυπνάω. Κι έπειτα, ανοίγω τα βλέφαρα: Μ-Ο-Υ-Σ-Ι-Κ-Η ;;;
Τα αγαπημένα μου είχαν ανοίξει τον ραδιοενισχυτή κι έπαιζε ο Republic. Κι εγώ, ακόμη πιο ανόητη, ούτε το είχα χαμηλώσει πριν το κλείσω αρχικά, ούτε είχα πατήσει το power off, παρά μόνο το stand by...

Η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου. Απελπισία. Δε θα κοιμηθώ απόψε. Θέλω να βάλω τα κλάματα. Θέλω να τους παρακαλέσω «Λυπηθείτε με». Θέλω να πάω σε ξενοδοχείο. Θέλω να κοιμηθώ με γαλήνη. Αυτό δεν είναι σπίτι, είναι το Γκουαντάναμο. Απόγνωση.

Ξαναπέφτω για ύπνο. Για να ξαναξυπνήσω σε δύο ώρες από τα ποδοβολητά τους, τους θορύβους, τα παιχνίδια και το «σπάσιμο» που μου κάνουν κάθε ξημέρωμα για να σηκωθώ να τα ταΐσω. Δεν είναι ζωή αυτή. Ευτυχώς, συμβαίνουν σπάνια τέτοιες νύχτες (εύχομαι κι ελπίζω, δηλαδή).



Καλό το blog, αλλά...



«Kαλό το blog, να μάθουν να κάνουν και καμιά δουλίτσα, όμως, γιατί μέχρι τώρα μόνο ζημιές είναι», όπως διαπίστωσε πολύ καίρια ο φίλος μου ο Αλέξης, που πριν λίγο πόσταρε αυτή την εικόνα στον τοίχο μου στο fb :)



Κτηνίατρος

Νοέμβριος 2012.


Θέλω να τους πάω για εξέταση στον κτηνίατρο.

Τηλεφωνώ στην Έλενα Καμάτσου.
Η Έλενα ήταν η κτηνίατρος της πρώτης μου γάτας, της Ζουζούς, τότε που ακόμη έμενα Καλαμαριά. Είναι, στα μάτια μου, αυτό που λέμε «γατοκτηνίατρος». Η ίδια έχει γάτες, και στο σπίτι και στο κτηνιατρείο. Δε χρειάζεται να αναφέρω την αγάπη και τον σεβασμό με τα οποία χειρίζεται τα ζώα.
Της έχω μεγάλη εμπιστοσύνη, γνωριζόμαστε πολλά χρόνια, νιώθω ασφάλεια και οικειότητα. Όμως, δε μένω πια Καλαμαριά -καμία σχέση. Και δεν έχω, εδώ και χρόνια, αυτοκίνητο, έχω 250cc μηχανή. Οκ, είναι Νοέμβριος και έχει ακόμα αρκετή ζέστη, οπότε μπορώ να τα μεταφέρω υπαιθρίως με το σακίδιο - τα αγοράκια μου είναι ακόμη μικρούλικα, χωράνε. Αργότερα το χειμώνα όμως;

Η Έλενα μου λέει στο τηλέφωνο: «Θα χαρώ πολύ να σας αναλάβω. Όμως, πήγαινέ τα σε γιατρό κοντά στο σπίτι σου. Είναι κρίμα να ταλαιπωρούνται, είμαστε μακριά. Θα σου συστήσω εγώ δυο τρία ονόματα -γράφε. Μην ανησυχείς, είναι καλοί γιατροί». Την εκτίμησα περισσότερο κι από πριν. Και πήγα στην Έλενα.
Τουλάχιστον, θα είμαι εγώ ψυχολογικά καλύτερα. Κι ας πληρώνω ταξί το χειμώνα :)



Σκηνική ενημέρωση

Περιττό να αναφέρω ότι, όπως κάθε φορά, έτσι και τώρα, όταν είμαι στον καναπέ με το laptop στην αγκαλιά, τα αντράκια μου βρίσκονται ξαπλωμένα επάνω μου -όπου βρουν και χωρέσουν- και όλοι μαζί ασχολούμαστε με τον κυβερνοχώρο...



Η απόφαση

3 Νοεμβρίου 2012, Σάββατο

Μου τη βαράει κι αποφασίζω να ξαναπάρω γάτα.

Η Άννα, μια φίλη, με συμβουλεύει να πάρω δύο: «Είναι καλύτερα, θα έχουν παρέα». Η ίδια έχει δύο αρσενικά. Μου συστήνει μια φίλη της που βρίσκει συχνά γατιά ετοιμοθάνατα, πεταμένα στους δρόμους, σε κούτες, στα σκουπίδια. Έτσι κι έγινε...

Η Πωλίνα είχε βρει πέντε γατάκια από μία γέννα. Κι από αυτά, είχαν επιζήσει μόνο τα δύο. Το ένα, μαύρο κι αδύνατο, αγοράκι (δίχως καμιά αμφιβολία). Το άλλο, μελί και φαγανό, ανεξακρίβωτου φύλου - αλλά μάλλον κοριτσάκι.

Εγώ, από την άλλη, ήθελα θηλυκά, σαν την πρώτη μου -τη Ζουζού- που είχα κάποτε. Πίστευα ότι τα αρσενικά είναι «κάπως» - πιο βρώμικα, πιο ατίθασα, πιο δύστροπα. Για να μην πω ότι, σε καμία περίπτωση, δεν ήθελα μαύρο γατί...

Και μου στέλνει τις εξής φωτό με email:


Δε νομίζω πως είχα πια επιλογή :)
Το ίδιο απόγευμα, έσταξα από το πουθενά ένα σκασμό λεφτά σε λεκάνη, άμμο, σακίδιο μεταφοράς, λουράκια, κροκέτες, κονσέρβες, μπωλάκια, μπαλάκια. Και, το ίδιο βράδυ, το σπίτι μου πια είχε τρεις κατοίκους...



Οι συστάσεις

Αυτός είναι ο Uno.

Uno, γιατί από μικρός ήταν «νούμερο». Κατσιασμένο look, νευρικός, ατίθασος, φοβιτσιάρης αλλά με τσαμπουκά. Λεπτεπίλεπτος, μαύρος κι άραχνος :)


Κι αυτός είναι ο Mio. 

Στην αρχή, βέβαια, ήταν ...Mia. Μετά μας προέκυψε το τσουτσουνάκι του. Αχόρταγος (φαινόταν η κοιλιά από την αρχή), μπουνταλάκος, πεισματάρης κι απαιτητικός. Γάτος σαν σκύλος, πρέπει να πω: δεν έχω ξαναδεί γατί να τρέχει αμέσως μόλις ακούσει το όνομά του. Για την ακρίβεια, αρκεί μόνο να τον κοιτάξεις - κι έρχεται καλπάζοντας :)



Αποφάσισα να φτιάξω ένα blog προς τιμή τους. Όχι, μην ανησυχείς, ζουν και βασιλεύουν. Και, μάλιστα, είναι ακόμα μικρά - 8 μηνών. 
Απλά, είπα να ξεκινήσω καταγράφω -όσο πιο συστηματικά μπορώ- την ιστορία που χαράζουν σ' αυτή τη ζωή, γιατί, όπως κάθε τι άλλο, περνάει και φεύγει και ξεφτίζει και χάνεται. 
Έτσι, συνειδητά πια, επιλέγω να θυμάμαι τις μικρές τους λεπτομέρειες, μια και είναι αυτές που χαρίζουν τα χαμόγελα.

Οπότε...
Ουνάκο, Μιούλη, σκατιάρικα αντράκια μου, καλορίζικο το blog σας :)