Κάποτε είχα έναν εκτυπωτή. HP, Α4, laser. Με ολοκαίνουριο γεμάτο toner.
Ήταν βράδυ καθημερινής. Ο εκτυπωτής καθόταν ήσυχος επάνω στη βιβλιοθήκη, απέναντι από τον καναπέ, στο σαλόνι. Τα γατιά μου, από την άλλη, δεν καθόντουσαν στον κώλο τους. Εγώ, φυσικά, κοιμόμουν (κούνια που με κούναγε).
03:05. ΜΠΑΑΑΑΑΜΜΜΜΜΜΜΜΜΜΜΜ!!!!!
Πετάγομαι πάνω με κομμένη την ανάσα: «Κάτι έσπασε!!!». Σε κλάσματα δευτερολέπτου, εκείνη την απειροελάχιστη διάρκεια που πραγματικά αποδεικνύει ότι ο οριζόντιος «ανθρώπινος» χρόνος είναι πράγματι ψευδαίσθηση, «τρέχω» στο μυαλό μου τη λίστα όλων των πιθανών αντικειμένων στο σαλόνι που μπορεί να κάνουν αυτόν τον κρότο σπάζοντας. Ήμουν βέβαιη ότι ήταν γυαλί. Εικόνες διαμελισμένων γατιών γεννήθηκαν στιγμιαία στο φρικαρισμένο μυαλό μου: έπεσε κάτι γυάλινο και τους κομμάτιασε. Αλλά δεν έχω κάτι τόσο μεγάλο και γυάλινο, για να προκαλέσει τέτοιο κρότο η πτώση του. Άρα; Πανικός. Και, φυσικά, όταν έχεις σκανδαλιάρες γάτες, δεν σκέφτεσαι ότι ένας ξαφνικός θόρυβος μέσα στη νύχτα θα μπορούσε να είναι κλέφτης - θα μπορούσε να είναι μόνο η γάτα.
Τώρα που το αναπολώ, όλη η διαδικασία των παραπάνω σκέψεων μοιάζει να κράτησε λεπτά ολόκληρα. Όμως, σίγουρα δεν ήταν, γιατί σε χρόνο dt ήμουν ήδη στο σαλόνι...
Κοιτάζω αριστερά δεξιά έντρομη. Πουθενά πτώματα :)
Κοιτάζω κάτω. Ο εκτυπωτής θρίψαλα. Όμως, ακόμα καλύτερα, έχει σκάσει το toner στο πάτωμα. Η ώρα είναι 03:05 και το σαλόνι έχει γεμίσει λεπτή μαύρη πούδρα... Ήδη φαντάζομαι τις πατουσίτσες τους να πατάνε πάνω στη σκόνη του γραφίτη κι έπειτα να περπατάνε αργά κι αμέριμνα κατά μήκος του άσπρου ριχταριού του καναπέ, έπειτα στον πάγκο της κουζίνας, τέλος στα παπλώματα του κρεβατιού μου. Εγκεφαλικά, δυο-τρία απανωτά.
Ψάχνω τα γατιά.
Βρίσκω τον Uno επάνω στη βιβλιοθήκη, εγκλωβισμένο κάτω από τον πίνακα που βρισκόταν εκεί, πίσω από τον εκτυπωτή, στηριγμένος «μοντέρνα» στον τοίχο - ναι, δεν ήθελα να τον κρεμάσω, τον έχω εκεί, ανέμελα ακουμπισμένο (μη χέσω). Σημείωση: ο πίνακας είναι σκούρος, ζωγραφισμένος από εμένα (ένας από τους αγαπημένους μου) και, καθώς είχα και έναν δίσκο με κεριά ακριβώς μπροστά του, πέφτοντας τα έγδαρε και, φυσικά, γέμισε λευκές κέρινες γρατζουνιές. Ώρες-ώρες, θαρρώ δεν έχω μυαλό.
Αρπάζω τον Uno. Αφενός για να τον απεγκλωβίσω από εκεί. Κι αφετέρου για να τον πνίξω. Το μάτι μου έχει γυρίσει. Κυριολεκτικά -το λέω και ντρέπομαι- ήμουν οριακά να τον στραγγαλίσω. Γρυλίζω, στριγγλίζω, βγάζω περίεργους ήχους, βγάζω αφρούς, και η καρδιά μου ακόμα χτυπάει σαν τρελή από την τρομάρα. Ας μην ξεχνάμε, ήταν 03:05 κι εγώ κοιμόμουν...
Τον πετάω στον καναπέ πριν του κάνω κακό. Ψάχνω τον άλλον. «Mio! Πού είσαι κάθαρμα; Mio! Mio!». Η άκρη μιας πορτοκαλί ουράς ξεχωρίζει κάτω από τον καναπέ. «Βγες έξω! Βγες έξω τώρα!» Την πάπια ο Mio. Βάζω το χέρι, τον αρπάζω από το πόδι, τον τραβάω έξω. Νιώθω σαν επίδοξος δολοφόνος εκ προμελέτης. Του δίνω δύο στον πισινό. Δεν άντεξα.
Μαζεύω τα κομμάτια του πρώην εκτυπωτή, καθαρίζω το σκορπισμένο toner. Έχει πάει πια 03:30. Τα νεύρα μου είναι πάνω απ' το κεφάλι κι είμαι ακόμα τρομαγμένη. Όλο αυτό μού μοιάζει κακό όνειρο, γιατί νομίζω ακόμη λαγοκοιμάμαι.
Δεν τους απευθύνω άλλο το λόγο, φοβάμαι μη μου βγει καμιά κατάρα. Ξαναπάω στο κρεβάτι, μπαίνω στα σκεπάσματα, κουκουλώνομαι ως πάνω. «Δε σας μιλάω!» Και με ξαναπαίρνει ο ύπνος.
04:15. Μουσική. Ξαφνικά, δυνατή μουσική.
Ασυναίσθητα, το σώμα μου ακολουθεί απαλά το ρυθμό, καθώς ψιλοξυπνάω. Κι έπειτα, ανοίγω τα βλέφαρα: Μ-Ο-Υ-Σ-Ι-Κ-Η ;;;
Τα αγαπημένα μου είχαν ανοίξει τον ραδιοενισχυτή κι έπαιζε ο Republic. Κι εγώ, ακόμη πιο ανόητη, ούτε το είχα χαμηλώσει πριν το κλείσω αρχικά, ούτε είχα πατήσει το power off, παρά μόνο το stand by...
Η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου. Απελπισία. Δε θα κοιμηθώ απόψε. Θέλω να βάλω τα κλάματα. Θέλω να τους παρακαλέσω «Λυπηθείτε με». Θέλω να πάω σε ξενοδοχείο. Θέλω να κοιμηθώ με γαλήνη. Αυτό δεν είναι σπίτι, είναι το Γκουαντάναμο. Απόγνωση.
Ξαναπέφτω για ύπνο. Για να ξαναξυπνήσω σε δύο ώρες από τα ποδοβολητά τους, τους θορύβους, τα παιχνίδια και το «σπάσιμο» που μου κάνουν κάθε ξημέρωμα για να σηκωθώ να τα ταΐσω. Δεν είναι ζωή αυτή. Ευτυχώς, συμβαίνουν σπάνια τέτοιες νύχτες (εύχομαι κι ελπίζω, δηλαδή).